αἵμων

αἵμων, ονος, , dub. sens., perh.
A eager,

Σκαμάνδριον αἵμονα θήρης Il. 5.49

; expl. by Gramm. as = δαίμων, for δαήμων, skilful, cf. EM251.13.
II ([etym.] αἷμα) bloody, E.Hec.90, dub.l.in A.Supp.847 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἵμων — eager masc nom/voc sg Αἷμος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἵμων — eager masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμων — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του βασιλιά των Θηβών Κρέοντα, που βασίλευσε μετά τον Οιδίποδα. Ήταν ο τελευταίος Θηβαίος που κατασπαράχθηκε από τη Σφίγγα, γιατί δεν μπόρεσε να λύσει το αίνιγμά της. Ο Σοφοκλής, στην τραγωδία του Αντιγόνη, αναφέρει ότι ο …   Dictionary of Greek

  • αἱμῶν — αἱμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἱμόνεσσιν — Αἵμων eager masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἱμόνων — Αἵμων eager masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἵμονα — Αἵμων eager masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἵμονες — Αἵμων eager masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἵμονι — Αἵμων eager masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἵμονος — Αἵμων eager masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἵμους — Αἵμων eager masc acc pl Αἷμος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.